Peter Forsskal: Thoughts on Civil Liberty
 
The Text
 
  << English
   
  Σκέψεις για την πολιτική ελευθερία
   
   
  ΠΡΟΛΟΓΟΣ
  Σχετικά με το κείμενο
  Σκέψεις για την πολιτική ελευθερία
   
 
  ΠΡΟΛΟΓΟΣ
   
 

Η έκδοση αυτή έχει τις ρίζες της στις εργασίες του συνεδρίου «Ελευθερία της πληροφόρησης: προς μια ανοικτή διακυβέρνηση στις νέες δημοκρατίες», το οποίο πραγματοποιήθηκε στη Βουδαπέστη, στις 5-7 Μαΐου 1992.
Το συνέδριο διοργανώθηκε κατά τη διάρκεια της ψήφισης του ουγγρικού νομοσχεδίου για την προστασία των δεδομένων και την πρόσβαση σε δεδομένα δημόσιου ενδιαφέροντος, από τον Tom Riley, τον καναδό εμπνευστή του κινήματος για την ελευθερία της πληροφόρησης και εκτελεστικό γραμματέα του Διεθνούς Ινστιτούτου για την Ελευθερία της Πληροφόρησης.

Απαντώντας στο ερώτημα τι - ή ποιος - πραγματικά βρίσκεται πίσω από τον σουηδικό νόμο του 1766 για την ελευθερία του έντυπου τύπου, ζήτημα το οποίο έθιξα στην εργασία μου «Η ιστορική βάση του δικαιώματος της ελευθερίας της πληροφόρησης στην Ευρώπη», ο Τσέχος δικηγόρος και βουλευτής, Karl Koded, ο οποίος εργαζόταν τότε στην Energotechnika, μου επεσήμανε τις καταλυτικές σκέψεις του Peter Forsskål οι οποίες εμπεριέχονται στο έργο του «Σκέψεις για την πολιτική ελευθερία» (“Tankar om Borgerliga Friheten”), που τυπώθηκε από τον Lars Salvius της Στοκχόλμης, τον Νοέμβριο του 1759.

Η διερευνητική επιστολή μου προς τη Βασιλική Βιβλιοθήκη της Στοκχόλμης, με την οποία ζητούσα αντίγραφο, είχε ως αποτέλεσμα να μου αποσταλεί μια πλήρης και ενημερωτική απάντηση από την Gunilla Jonsson, επικεφαλής τότε των Υπηρεσιών Πληροφόρησης και Ιστορικών Συλλογών, στην οποία συμπεριλαμβανόταν φωτοτυπία του έργου του Forsskål, φυσικά στο πρωτότυπο στη σουηδική γλώσσα.

Προφανώς, το κείμενο έπρεπε να διαβαστεί στα Αγγλικά. Όμως, το εκπληκτικό είναι ότι ποτέ δεν έχει δημοσιευθεί καμία αγγλική μετάφραση.

Την πρώτη από αυτές επεξεργάστηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 η Theresa McGrane-Langvik (αρχικά από την Γλασκόβη και το Rolvsøy) και η Maria Lindstedt (Löa). Συμμετείχε, επίσης, η γιαγιά της Maria, Agnes Jansson (Gammelbo), η οποία βοηθούσε στην κατανόηση μερικών λέξεων από τον δέκατο όγδοο αιώνα.

Χρησιμοποιώντας απλώς ένα φωτοαντίγραφο μιας έκδοσης από τα μέσα του δέκατου όγδοου αιώνα, γραμμένης στα Σουηδικά εκείνης της εποχής, είναι αυτονόητο ότι οι προσπάθειές τους δεν μπορούν να αποσπάσουν πάρα πολύ θετικά σχόλια.
Συνειδητοποιώντας ότι επέκειτο η 250η επέτειος της έκδοσης του 1759, συγκάλεσα μια ομάδα εμπειρογνωμόνων, η οποία αποτελείται από τους Gunilla Jonsson, Thomas von Vegesack, Helena Jäderblom και Gunnar Persson, με σκοπό την αναθεώρηση της παλαιότερης μετάφρασης. Ο David Shaw (Canterbury) βοήθησε στη βελτίωση του αγγλικού κειμένου.
Είναι σημαντικό ότι η μετάφραση η οποία παρουσιάζεται στο συγκεκριμένο βιβλίο βασίζεται στα λεγόμενα του Forsskål χωρίς λογοκρισία. Η ομάδα εργάστηκε με βάση το πρωτότυπο χειρόγραφο, το οποίο εντόπισε η Gunilla Jonsson στα Εθνικά Αρχεία. Οι κυριότερες διαφορές μεταξύ της πρωτότυπης, χωρίς λογοκρισία, έκδοσης και της έντυπης έκδοσης περιγράφονται πλήρως στο βιβλίο.

Έτσι, λοιπόν, όλοι όσοι δεν μιλούν Σουηδικά μπορούν να συλλάβουν πλέον το πνευματικό υπόβαθρο του δώρου του 1766 από την Σουηδία στο σύγχρονο κόσμο: της πρόσβασης στην πληροφόρηση, της δημιουργίας ενός «πεφωτισμένου ευρέος κοινού». Αυτό, όμως, δεν είναι παρά ένα μέρος του ευρύτερου σκοπού του Forsskål, που είναι η προώθηση της ανάπτυξης και η διάδοση των γενικών γνώσεων.

David Goldberg, Visby και Näs, Ιούλιος 2009

   
 
  Σχετικά με το κείμενο - Gunilla Jonsson
   
 

Η μετάφραση που ακολουθεί βασίζεται σε μια νέα και προσεκτική ανάγνωση του πρωτότυπου χειρογράφου του Peter Forsskål για το έργο «Σκέψεις για την πολιτική ελευθερία» του 1759, χωρίς τις περικοπές και τις αλλαγές του Oelreich, του λογοκριτή του. Επιλέξαμε να εργαστούμε με βάση το πρωτότυπο απλώς επειδή αποτελεί το πλήρες κείμενο και είναι καλύτερο από τη λογοκριμένη έκδοση η οποία δημοσιεύθηκε το 1759. Σε πολλές περιπτώσεις όπου ο Forsskål προβαίνει σε κάποια σαφή δήλωση, ο Oelreich τον εξανάγκασε να προσθέσει ένα «ίσως» ή «ενδεχομένως», το δε ριζοσπαστικό αίτημα του Forsskål για ελευθερία του έντυπου τύπου, το οποίο ουσιαστικά αντιστοιχεί πλήρως στη σύγχρονη αντίληψη της έννοιας, μετατράπηκε σε φρασεολογία η οποία κατά βάση νομιμοποιεί τη διατήρηση του συστήματος της λογοκρισίας (παράγραφος 7). Η παράγραφος 8 του πρωτοτύπου με την ένσταση του Forsskål ως προς την ελευθερία των εντύπων που αφορούν θρησκευτικά θέματα αφαιρέθηκε εντελώς, ενώ η αναφορά στην παράγραφο 10 σχετικά με τα ευεργετικά αποτελέσματα της θρησκευτικής ελευθερίας στην Πενσυλβανία εξαφανίστηκε επίσης.

Το χειρόγραφο του Forsskål διατηρείται στα Εθνικά Αρχεία της Σουηδίας, τηλέφωνο επικοινωνίας Kanslikollegiet, Inkomna skrivelser, Serie EXII:18, universitetsärenden 1706-1785. Οι αλλαγές της λογοκρισίας είχαν εισαχθεί στο χειρόγραφο από το χέρι του Forsskål, αλλά με διαφορετικό μελάνι από εκείνο με το οποίο είχε γραφεί το πρωτότυπο. Η έγκριση (“imprimatur”) του Oelreich στην τελευταία σελίδα φαίνεται να έχει γίνει με το ίδιο μελάνι, οπότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι επεξεργάστηκαν από κοινού τις αλλαγές.
Η έντυπη έκδοση του 1759 έχει δημοσιευτεί αρκετές φορές κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, για πρώτη φορά με το Peter Forsskål och Tankar om borgerliga friheten του Torsten Steinby, το 1970, και στη συνέχεια, το 1980 και το 1984, την τελευταία φορά με υστερόγραφο του Teddy Brunius. Δημοσιεύθηκε, επίσης, μαζί με παρεμβαλλόμενα μέρη από το πρωτότυπο χειρόγραφο στο Gyllene äpplen, σ. 2, 1991 (2η έκδοση 1995).
Ωστόσο, αυτή είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται σε έντυπη μορφή το πλήρες πρωτότυπο κείμενο - όχι μόνο στα Σουηδικά, αλλά και στα Αγγλικά.


   
 
  Σκέψεις για την πολιτική ελευθερία
  ©Project Forsskal
   
 

Παράγραφος 1

Όσο περισσότερο μπορεί ο άνθρωπος να ζει σύμφωνα με τις δικές του κλίσεις, τόσο πιο ελεύθερος είναι. Ως εκ τούτου, μετά την ίδια του τη ζωή, τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο αγαπητό για τον άνθρωπο από την ελευθερία. Κανένα λογικό ον δεν παραιτείται από αυτήν ή δεν την περιορίζει, εκτός εάν αναγκάζεται να το πράξει με την άσκηση βίας ή από τον φόβο κάποιου μεγαλύτερου κακού.

Παράγραφος 2

Ένα προνόμιο που ο άνθρωπος αγαπά πολύ δεν χρειάζεται περιορισμό όταν ο καθένας αγαπά την αρετή.
Ωστόσο, συχνά υποκύπτουμε σε κακίες και αδικίες. Έτσι, θα πρέπει να τεθούν όρια για εμάς, η ελευθερία θα πρέπει να χάσει την επιβλαβή πλευρά της και θα πρέπει να παραμείνει μόνο σε τέτοιο βαθμό ώστε, σύμφωνα με την εσωτερική βούληση του καθενός, όλοι θα μπορούν να ωφελούν τους άλλους και τον εαυτό τους, όμως δεν θα μπορούν να παραβλάψουν κανέναν.

Παράγραφος 3

Όταν η ελευθερία χορηγείται σε κάθε μέλος της κοινωνίας, τότε υπάρχει πραγματική πολιτική ελευθερία.
Έτσι, αυτό σημαίνει ότι κανείς δεν παρεμποδίζεται να πράξει ό,τι είναι κατάλληλο και χρήσιμο για την κοινότητα, ότι κάθε έντιμος άνθρωπος μπορεί να ζει με ασφάλεια, να ακολουθεί τις επιταγές της συνείδησής του, να χρησιμοποιεί την περιουσία του και να συμβάλλει στην ευημερία της κοινωνίας.

Παράγραφος 4

Για την ελευθερία αυτή, ο μεγαλύτερος κίνδυνος τίθεται πάντοτε από εκείνους οι οποίοι είναι οι ισχυρότεροι στη χώρα λόγω της θέσης, των ακινήτων ή του πλούτου τους. Όχι μόνο μπορούν να κάνουν εύκολα κατάχρηση της εξουσίας που κατέχουν, αλλά και συνεχώς αυξάνουν τα δικαιώματα και τη δύναμή τους, έτσι ώστε οι άλλοι κάτοικοι να πρέπει να τους φοβούνται όλο και περισσότερο.

Παράγραφος 5

Επειδή η απόλυτη ελευθερία σε μια κοινωνία δεν συνίσταται μόνο στην ασφάλεια των πολιτών απέναντι στη βία εκ μέρους του ηγεμόνα τους. Αυτό είναι ένα μεγάλο βήμα, και μάλιστα, το πρώτο προς τη γενική ευτυχία. Ωστόσο, οι πολίτες μπορεί, επίσης, να καταπιέζονται ο ένας από τον άλλο. Και σε πολλές δημοκρατίες, όπως η πολωνική και η ιταλική, οι οποίες υπερηφανεύονται για το ιερό όνομα της ελευθερίας, οι περισσότεροι άνθρωποι είναι, παρά ταύτα, δέσμιοι των υψηλά ιστάμενων.

Παράγραφος 6

Εάν κάποιος αναρωτηθεί ποίου η ανώτερη εξουσία θα έφερνε μεγαλύτερη δυστυχία σε μια χώρα - του ηγεμόνα ή των πολιτών; - πιστεύω ότι η εξουσία των πολιτών είναι περισσότερο ανυπόφορη, όμως η εξουσία του ηγεμόνα είναι περισσότερο ανίατη, και ως εκ τούτου, πρέπει κανείς να την αποφεύγει και να την τρέμει περισσότερο. Διότι, εάν δεν καταπολεμηθεί αυτή, ούτε η άλλη μπορεί ποτέ να καταπολεμηθεί. Στο όνομα των απολυταρχικών, και με τη δική τους άδεια, ασκείται συχνά μεγάλη εξουσία από μοχθηρά υποκείμενα τα οποία είναι ανάξια της χάρης των ανωτέρων τους, αλλά και ασφαλή απολαμβάνοντάς την. Για διάφορους λόγους, η βία των ισχυρών ηγεμόνων είναι, επίσης, δυσκολότερο να διορθωθεί. Η υπερβολική πίστη στην ιερότητα των εστεμμένων φθάνει συχνά μέχρι του σημείου να προστατεύει ακόμη και τους πιο άδικους των ηγεμόνων. Πολλοί φαντάζονται ότι όσα προσφέρονται σε ένα πρόσωπο το οποίο είναι τόσο ανώτερο από τους άλλους και τόσο κοντά στη Θεότητα δεν είναι ποτέ υπερβολικά. Οι βασιλείς της Μπαρμπαριάς παίζουν ατιμώρητα με τις ζωές των υπηκόων τους, εφόσον θεωρούνται πρόσωπα ιερά. Όσοι δεν ορκίζονται πίστη στο Βασιλιά στην Αγγλία θεωρούν ζήτημα συνείδησης την άρνηση δήλωσης πίστης προς την άπιστη βασιλική οικογένεια. Και για να μην ψάχνουμε μακριά για παραδείγματα, όταν η Σουηδία, κατά τη διάρκεια των πολέμων του βασιλιά Κάρολου του δωδέκατου, είχε ξεμείνει από άνδρες, εφόδια και χρήματα, αυτός ο σκληρός ήρωας* εξακολουθούσε να θεωρείται όχι ότι καταστρέφει, αλλά μάλλον ότι υπερασπίζεται τη χώρα του. Κατά συνέπεια, οι υπήκοοι δεν αντιλαμβάνονται πάντα την αδικία του ηγεμόνα τους, αλλά και αν ακόμη την αντιλαμβάνονται, δε μπορούν να απελευθερωθούν εύκολα από αυτήν. Όταν είναι απαραίτητο, μόνοι τους οι ηγεμόνες περιφρουρούν τα προνόμιά τους, μόνοι τους διευθετούν και κυβερνούν τα πάντα. Τα οφέλη αλλά και η δύναμη ολόκληρης της χώρας συγκεντρώνονται σε ένα και μόνο άτομο. Όμως, όταν κάποιοι πολίτες καταπιέζονται από άλλους πολίτες, ο καθένας αντιλαμβάνεται την αδικία, ενώ όταν αρκετοί καταχρώνται την εξουσία τους ταυτόχρονα, το ευρύτερο πλήθος υπερνικά ευκολότερα τους διαφορετικούς στόχους και εξουσίες τους. Ως εκ τούτου, ο σεβασμός των πολιτών και της δικής τους εξουσίας δεν τους προσφέρουν επαρκή ασφάλεια. Η μόνη τους προστασία είναι να αποκρύψουν την αδικία που τελούν. Όμως, δεν μπορεί να παραμείνει κρυφή για μεγάλο διάστημα εάν, σε δημόσια κείμενα, ο καθένας και όλοι έχουν το δικαίωμα να μιλούν ελεύθερα σχετικά με όσα συμβαίνουν σε βάρος του συμφέροντος των πολιτών.
*Βλέπε Enväldets skadeliga påföljder (“Οι επιζήμιες συνέπειες της απολυταρχίας”), Στοκχόλμη 1757.

Παράγραφος 7

Έτσι, η ζωή και η δύναμη της πολιτικής ελευθερίας συνίσταται στην περιορισμένη διακυβέρνηση και την απεριόριστη ελευθερία του γραπτού λόγου, εφόσον βέβαια επιβάλλεται σοβαρή τιμωρία σε όλα τα γραπτά τα οποία είναι αναμφισβήτητα άσεμνα, περιέχουν βλασφημία κατά του Θεού, υβρίζουν ιδιώτες και υποκινούν σε εμφανώς απρεπείς πράξεις.

Παράγραφος 8

Οι θείες αποκαλύψεις, οι σοφοί θεμελιώδεις νόμοι και η τιμή των ιδιωτών δεν μπορεί να υποστούν οποιαδήποτε επικίνδυνη βλάβη από την εν λόγω ελευθερία της έκφρασης. Επειδή η αλήθεια κερδίζει πάντα όταν επιτρέπεται να την αρνούμαστε και να την υπερασπιζόμαστε κατά τον ίδιο τρόπο.

Παράγραφος 9

Αντιθέτως, η ελευθερία του γραπτού λόγου αναπτύσσει τη γνώση σε υψηλότερο βαθμό, απομακρύνει όλα τα επιβλαβή καθεστώτα, περιορίζει τις αδικίες όλων των αξιωματούχων και αποτελεί την ασφαλέστερη άμυνα της κυβέρνησης σε ένα ελεύθερο κράτος, επειδή κάνει τους ανθρώπους να αγαπούν αυτό τον τύπο διακυβέρνησης. Στην Αγγλία, δεν ακούει κανείς συχνά να γίνεται λόγος για επικίνδυνα σχέδια εις βάρος των καθιερωμένων θεμελιωδών νόμων. Εκεί, ωστόσο, η διατάραξη της δημόσιας τάξης μπορεί να προληφθεί σε πρώιμο στάδιο, απλώς και μόνο χάρη στην ελεύθερα εκφραζόμενη δυσαρέσκεια του κοινού. Από την άλλη πλευρά, σε μια χώρα* που μόνο άγνωστη δεν είναι, είχαμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του γεγονότος ότι όταν η άνιση κατανομή της ελευθερίας υποστηρίζεται από το μίσος και τη δύναμη, οι άνθρωποι εύκολα καταφεύγουν στη βία και σε πράξεις απελπισίας, ότι κάποιος που έχει πολύ λίγα θα προτιμήσει να χάσει τα πάντα παρά, χωρίς ζήλια και εκδίκηση, να δει μεγάλο μέρος της ελευθερίας της κοινωνίας και τη δική του ελευθερία να αφαιρούνται από ομότιμους και συμπολίτες του. Διότι όποιος έχει λίγα να χάσει θα διακινδυνεύσει τα δικά του ως μια μικρή απώλεια, ενώ μπορεί να προκαλέσει μεγάλες απώλειες στον εχθρό και βασανιστή του. Αυτό δεν είναι βέβαια και τόσο αξιοθαύμαστο. Είναι, ωστόσο, σύνηθες. Ως εκ τούτου, η ελευθερία πρέπει να διατηρείται από την ελευθερία. Ο εξαναγκασμός και η καταστολή των δυσαρεστημένων τη θέτει σε απόλυτο κίνδυνο, ανεξάρτητα αν έχουν λόγο για τη δυσαρέσκειά τους ή όχι. Η συνετή κυβέρνηση θα προτιμήσει να αφήσει τους ανθρώπους να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους με την πένα, και όχι με άλλα όπλα, γιατί αυτή διαφωτίζει αφενός και ηρεμεί και αποτρέπει την εξέγερση και την αταξία αφετέρου.
*Δανία.

Παράγραφος 10

Αναφέρθηκε νωρίτερα (παράγραφος 3) ότι η πολιτική ελευθερία έχει ως αποτέλεσμα κάθε έντιμος άνθρωπος να είναι σε θέση να ζει με ασφάλεια, να ακολουθεί τις επιταγές της συνείδησής του, να χρησιμοποιεί την περιουσία του και να συμβάλλει στην άνθηση της κοινωνίας του. Θα εξηγήσω τώρα κάθε ένα από τα σημεία αυτά εν συντομία. Ο νόμος παρέχει στη ζωή μας μεγάλη ασφάλεια, καθώς δηλώνει ότι κανείς δεν μπορεί να βλάψει το σώμα και την υγεία ενός έντιμου ατόμου ατιμώρητα. Ωστόσο, πρέπει κανείς να ακούει τους κατηγόρους και να εφαρμόζει ετυμηγορίες δικαστών, έστω και αν ο κατηγορούμενος δεν έχει διαπράξει κανένα έγκλημα, επειδή η κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς δικαστήρια και οι δικαστές δεν είναι πάντοτε αμερόληπτοι.* Το μίσος των ανθρώπων και η ασυγκράτητη ένταση έχει μερικές φορές καταστρέψει ακόμη και τον πιο αθώο των πολιτών. Κανένας κίνδυνος δεν είναι μεγαλύτερος από αυτόν, ο οποίος πλήττει ταυτόχρονα τη ζωή και τη φήμη. Και είτε αυτό δεν μπορεί να αλλάξει, είτε η ελευθερία να υπερασπίζεται κανείς τον εαυτό του δημοσίως μπορεί ακόμη να χρησιμεύσει για να ηρεμήσει την οργή του λαού και να αποτρέψει τη χειραγώγηση των δικαστών. Ακόμη και αν αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί, τότε τουλάχιστον η δικαιότερη αποζημίωση για μια τέτοια μεγάλη αδικία είναι ο δυστυχής κατάδικος να έχει τη δυνατότητα, όπως στην Αγγλία, να καταδείξει στους συμπατριώτες του ότι πεθαίνει παρόλο που είναι αθώος.
*Βλέπε αρκετές δημοσιεύσεις σχετικά με δίκες, δικαστές και την ενδεδειγμένη ελευθερία και ασφάλεια του γραπτού λόγου.

Παράγραφος 11

Η συνείδηση ​​μπορεί συχνά να βασίζεται σε ψευδείς απόψεις, κάτι το οποίο σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να γίνεται ανεκτό εάν μοναδικός στόχος τους είναι η καταστροφή της κοινωνίας και των ανθρώπων, όπως συμβαίνει με τους παραπλανητικούς κανόνες των Ιησουιτών. Ωστόσο, συνήθως, αυτοί που φαίνεται ότι γίνονται επικίνδυνοι λόγω της αδύναμης συνείδησής τους μπορεί να γίνουν καλοί πολίτες, αρκεί η κοινωνία να προσαρμόζεται λίγο στις αυταπάτες τους. Οι Μεννονίτες αποφεύγουν την ορκωμοσία, όμως μπορεί κανείς να εμπιστεύεται με την ίδια ασφάλεια τα ναι και τα όχι τους. Πολλοί από αυτούς δεν πείθονται να επιτεθούν στον εχθρό, όμως συμβάλλουν πρόθυμα με χρήματα στη στήριξη των στρατευμάτων. Το γεγονός ότι μπορεί να υφίστανται διαφορές μεταξύ των θρησκειών χωρίς να διαταράσσεται η πολιτική ενότητα αποδεικνύεται επαρκέστατα από την τυχερή Πενσυλβανία που έχει ραγδαία αναπτυσσόμενο πληθυσμό χάρη στην ελευθερία. Υπό το κράτος της ίδιας της ελευθερίας, οι θρησκευτικές αυταπάτες τελικά θα υποχωρήσουν απέναντι στη δύναμη της αλήθειας και θα μειωθούν, ενώ συχνά, όταν υποκινούνται σε έναν ανόητο ζήλο μέσω των διώξεων, μπορεί να εξαπλωθούν πιο βίαια, όπως μια πυρκαγιά που κρυφά σιγοκαίει. Τέλος, δεδομένου ότι δεν υπάρχει μέρος όπου όλοι ζουν χωρίς ψευδαισθήσεις, μικρή σημασία έχει εάν οι πολίτες αμαρτάνουν ανοιχτά, όπως στην Αγγλία, ή είναι υποκριτές, όπως αλλού.

Παράγραφος 12

Σε μια κοινωνία, οι άνθρωποι έχουν περιουσία, εν μέρει ως μέλη του κράτους, εν μέρει ως άτομα. Στο πρώτο είδος ανήκουν τα δημόσια έσοδα και όσα έχουν αγοραστεί χάρη σε αυτά, καθώς και οι δημόσιες υπηρεσίες. Στο δεύτερο είδος ανήκουν όσα κατέχει το κάθε άτομο. Ο νόμος οφείλει να προστατεύει και τα δύο από τη βία και να τα προφυλάσσει από την κατάχρηση. Κάθε κάτοικος θα πρέπει να έχει ένα λογικό μερίδιο στα δημόσια βάρη και οφέλη, εφόσον η κοινωνία είναι κοινή, όπως πρέπει να είναι και η ελευθερία. Οι φόροι της χώρας δεν θα πρέπει, επομένως, να συλλέγονται επιβαρύνοντας σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό ορισμένους, αλλά, σύμφωνα με το εισόδημά του, ο καθένας θα πρέπει να συμβάλλει στα δημόσια έσοδα. Επιπλέον, κάποιος που αξίζει να αναλάβει δημόσια αξιώματα και θέσεις τιμής δεν θα πρέπει ποτέ να αποστερείται της ελπίδας να το επιτύχει.

Παράγραφος 13

Εάν απαιτούνταν κατάλληλες εξετάσεις πριν από το διορισμό σε κάθε δημόσιο αξίωμα, εάν αυτοί που είχαν επιτύχει στις εν λόγω εξετάσεις επιτρεπόταν να ανέλθουν στο αμέσως υψηλότερο αξίωμα σύμφωνα μόνο με το χρόνο για τον οποίο είχαν υπηρετήσει στην προηγούμενη θέση τους, και αν είχε προτεραιότητα όποιος αποδείκνυε πρώτος ότι διαθέτει τα προσόντα για αυτό, τότε τα αξιώματα δεν θα βρίσκονταν σε ανάξια χέρια, τότε η οικογένεια, τα χρήματα και οι πάτρωνες δεν θα ήταν ασφαλέστεροι τρόποι προαγωγής από την ίδια την επιμέλεια και την ικανότητα κάποιου.

Παράγραφος 14

Καμία εξέταση δεν είναι ευκολότερη ή πιο αξιόπιστη από την εξέταση των γνώσεων και της πρακτικής που σχετίζονται με το αξίωμα. Τέτοιου είδους εξετάσεις χρησιμοποιούνται για τους κληρικούς από εμάς, και για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους στην Κίνα. Ωστόσο, δεν είναι και μεγάλο κατόρθωμα να μην τυγχάνουν συμπαθείας οι καλύτεροι, όταν κάποιος έχει το δικαίωμα να ρωτά ο,τιδήποτε θέλει και να κρίνει με οποιονδήποτε τρόπο επιλέγει. Θα ήταν, επομένως, αναγκαίο να οριστούν για κάθε αξίωμα συγκεκριμένες γνώσεις, συγκεκριμένα βιβλία, συγκεκριμένη εκπαίδευση και καθήκοντα για τα οποία θα πρέπει κανείς να λογοδοτεί δημοσίως.

Παράγραφος 15

Εύκολα επιτρέπεται να χρησιμοποιεί κανείς τα δικά του αγαθά προς όφελος του ιδίου και της κοινωνίας. Ωστόσο, δεν μπορεί ο καθένας να αποκτήσει τόσο εύκολα όλα τα είδη περιουσίας, όπως θα ήταν επωφελές για την κοινωνία. Κανείς δεν μπορεί να αποκτήσει γη οπουδήποτε θέλει, είτε με την εργασία του είτε με πληρωμή, αν και πολλοί κατέχουν περισσότερη από αυτήν που καλλιεργούν, εις βάρος του δημόσιου συμφέροντος. Επομένως, νόμοι όπως αυτοί του Μωυσή για τους Εβραίους σχετικά με το μέτριας έκτασης και ισόβιο κομμάτι γης κάθε οικογένειας, στο 3ο βιβλίο του Μωυσή, 25:13-15, 23, 24, 40 και 41, ή ​​του Λικινίου για τους Ρωμαίους σχετικά με τα 500 περίπου πλέθρα (257 1/7 tunnland1) είναι επαρκώς χρήσιμοι τόσο για την προώθηση της καλλιέργειας της γης όσο και για την εξισορρόπηση των δικαιωμάτων των κατοίκων.

Παράγραφος 16

Τίποτα δε μας ανήκει περισσότερο από τις δυνάμεις του σώματος και του μυαλού μας. Τίποτα, επομένως, δεν θα ήταν λογικότερο από το να επιτρέπεται να βγάζουμε τα προς το ζην κατά τρόπο σεβαστό κάνοντας χρήση αυτών, να επιτρέπεται να ασκούμε χρήσιμες δεξιότητες και να χρησιμοποιούμε γνώσεις. Για να βγάζουμε τα προς το ζην ελεύθερα από τη γεωργία και τις κατασκευές, από τη βιοτεχνία και το εμπόριο, η μάθηση πρέπει να είναι ανοικτή σε όλους, έως ότου η ποσότητα γίνει επιζήμια για την κοινωνία.

Παράγραφος 17

Οι χρήσιμοι εργάτες εκδιώκονται από την ύπαιθρο, καθώς οι νόμοι δεν επιτρέπουν σε όσους ζουν σε χωριά και καλύβες και στους οποίους η τύχη δεν έχει προσφέρει κανένα κομμάτι γης να απολαύουν προστασίας, παρά μόνο λόγω αναπηριών και γήρατος, γεγονός το οποίο τους καθιστά σχεδόν άχρηστους. Ως εκ τούτου, από τη στιγμή που θα θελήσουν να ακολουθήσουν τη βασική φυσική παρόρμηση για ελευθερία και να γίνουν ανεξάρτητοι, πρέπει να μετακινηθούν στις πόλεις, όπου εύκολα μπορούν να ζήσουν έκλυτα ή να απασχοληθούν σε μια δουλειά χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις. Ωστόσο όπου όλοι, ακόμη και στην ύπαιθρο, μπορεί να είναι κύριοι του φτωχικού τους, όπως συνηθίζεται στην Αγγλία και την Γερμανία, πολλοί εργάτες παραμένουν στη γενέτειρά τους, πολλαπλασιάζονται, αναλαμβάνουν χρήσιμα επαγγέλματα, προσλαμβάνονται σε αγροκτήματα, όλα αυτά δε είναι προτιμότερα από την επιλογή της ζωής της πόλης, που έχει ως αποτέλεσμα να παραμένουν άγαμοι, να ζουν σπάταλη και οκνηρή ζωή, προκειμένου να διατηρηθεί η ευημερία των πλουσίων, να γεμίζουν τις άμαξες των ευγενών, να σκοτώνουν την ώρα τους με ύπνο και ασέλγεια και να είναι βάρος για τους ίδιους και για τη χώρα τους.

Παράγραφος 18

Για την προώθηση των δεξιοτήτων και της ελευθερίας τους, ιδιαίτερα χρήσιμα θα ήταν τα δημόσια σχολεία, όπου κάποιος θα μπορούσε να εκπαιδευθεί πλήρως, με το ρυθμό που του επιτρέπει η δική του επιμέλεια και κατανόηση, σε όλα τα είδη των τεχνών και της χειροτεχνίας, και να αναγνωρίζεται αμέσως ως ελεύθερος κάτοχος της τέχνης στον τομέα όπου έχει εξειδικευθεί. Ωστόσο, ο αριθμός σε κάθε είδος απασχόλησης θα πρέπει να καθορίζεται ανάλογα με τις ανάγκες και τη χρήση της κοινωνίας.

Παράγραφος 19

Αντίθετα, οι κλειστές συντεχνίες μας και η κατάρτιση των μαθητευομένων αποτελούν μεγάλα μέσα για τη στήριξη της αδράνειας, του περιορισμού, της έλλειψης ανθρώπων, της ασέλγειας, της φτώχειας και της σπατάλης του χρόνου.

Παράγραφος 20

Ακόμη και οι ίδιες οι λεγόμενες ελεύθερες τέχνες δεν είναι ελεύθερες στην Σουηδία. Αλλού, αξίζουν περισσότερο το όνομα. Στην Γερμανία, κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να διδάξει στους άλλους δημοσίως όλα όσα ο ίδιος έχει μάθει. Επιπλέον, είτε θα πρέπει να απαγορευθεί σε κάποιον από την αρχή να ακολουθήσει στη ζωή του το δρόμο της μάθησης, είτε, στη συνέχεια, δεν μπορεί να παρεμποδίζεται να ζει ελεύθερα χάρη στο πιο αβλαβές επάγγελμα.

Παράγραφος 21

Τέλος, αποτελεί επίσης σημαντικό δικαίωμα σε μια ελεύθερη κοινωνία να μπορεί κανείς ελεύθερα να συνεισφέρει στην ευμάρεια της κοινωνίας. Ωστόσο, για να συμβεί αυτό, πρέπει να είναι δυνατόν η κατάσταση των υποθέσεων της κοινωνίας να γίνεται γνωστή σε όλους, ο καθένας δε πρέπει να είναι δυνατόν να λέει τη γνώμη του ελεύθερα ως προς αυτήν. Όπου δεν συμβαίνει αυτό, η ελευθερία δεν αξίζει το όνομά της. Οι πολεμικές υποθέσεις και μερικές ξένες διαπραγματεύσεις πρέπει να αποκρύπτονται για κάποιο χρονικό διάστημα και να μην γίνονται γνωστές στους πολλούς, όχι όμως λόγω των καλών πολιτών αλλά λόγω των εχθρών. Τα θέματα που ανακύπτουν εν καιρώ ειρήνης και όσα αφορούν την ευημερία των πολιτών δεν υπάρχει ιδιαίτερη ανάγκη να αποκρύπτονται από τα μάτια των κατοίκων. Διαφορετικά, εύκολα θα μπορούσε να συμβεί μόνον οι ξένοι οι οποίοι επιθυμούν να βλάψουν να μαθαίνουν όλα τα μυστικά χρησιμοποιώντας απεσταλμένους και χρήματα, όμως οι άνθρωποι της ίδιας της χώρας, οι οποίοι σε μια ιδανική περίπτωση θα μπορούσαν να δώσουν χρήσιμες συμβουλές, να αγνοούν τα περισσότερα πράγματα. Από την άλλη πλευρά, όταν το σύνολο της χώρας είναι γνωστό, τουλάχιστον όσοι είναι παρατηρητικοί βλέπουν τι ωφελεί ή τι βλάπτει, και ενημερώνουν σχετικά όλους, εκεί όπου υπάρχει ελευθερία του γραπτού λόγου. Μόνον τότε μπορούν οι δημόσιες συζητήσεις να κατευθύνονται από την αλήθεια και την αγάπη για την πατρίδα, από το κοινό καλό της οποίας εξαρτάται ο καθένας και όλοι μαζί.
Ύψιστε Θεέ, εσύ που μεριμνάς για την ευδαιμονία των ανθρώπων, είθε να ενισχύσεις την ελευθερία της Σουηδίας μας, και να τη διαφυλάξεις εις τον αιώνα των αιώνων!

   
   
  Back to top